Πατρίδα

Patrie

Paroles Alkinoos Ioannidis
Musique Alkinoos Ioannidis
Chanteur Alkinoos Ioannidis


 
Λοιπόν αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει,
σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός.
Πότε πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός.
 

Mα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν
ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν.
Ήμουν εγώ στη φωτιά κι ήμουν εγώ η φωτιά
είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά.


Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη "φυλή" και τη "ράτσα"
προδομένη από μέσα απ΄τους πιο πατριώτες
να 'χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με το όπλο στο στόμα
Τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα τη Βουλή.

Κάτω από ένα τραπέζι- το θυμάμαι σαν τώρα-
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες.
Μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ.

"Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν, τι ωραία που πέφτουν....".

Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ'τη Σμύρνη
στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα
κι ο άλλος Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο
στα 27 του στα δύο τον κόψανε οι Ναζί.
 

Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία
στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ'άδειο ξενοδοχείο.
Αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι
αύριο θα τραγουδάνε στης πλατείας τη γιορτή.

Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης
είδα τα χέρια, τα πόδια, πεταμένα στη γη
είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο
κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική.


Εδώ στην άσχημη πόλη που απ'την ανάγκη κρατιέται
ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπα ζητάει
Ολυμπιάδες κι η χώρα ένα γραφείο τελετών.
Θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ.

Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι κι απ'την Ομόνοια
να πετάν' δακρυγόνα στο πυροσβεστικό
Στο παράθυρο εικόνισμα άνθρωποι σαν λαμπάδες
και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό.


Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη Γραμμή
για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα.
Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας, η καημένη,
ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή.

Δεν θέλω ο εαυτός μου να 'ναι τόπος δικός μου
ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν, θα 'ταν αγέννητη η γη
δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου
ούτε το τέλος του κόσμου. Με τρομάζεις εσύ.

Με τρομάζεις,ακόμα, οπαδέ της ομάδας
του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα
διερμηνέα Του Θεού, ρασοφόρε γκουρού
τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο
προσεύχεσαι και σκοτώνεις τραυλίζεις ύμνους οργής
έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς
μισείς τον μέσα σου ξένο. Κι όχι, δεν καταλαβαίνω
δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω.

    Ainsi donc le monde gronde comme un faitout qui bout,
comme le sang qui coule goutte à goutte, comme une transpiration trouble.
Parfois nous rions, d'autres fois nous nous amusons
et durant nos rires le temps semble s'adoucir.

Mais quand le soir,  je regarde les informations qui défilent,
je sais qu'ils n'ont pas de nouvelles à me dire.
J'étais moi dans l'incendie et j'étais moi l'incendie
je voyais la fin avec les yeux ouverts.

J'ai vu la face de la guerre, la "nation" et la "race"
trahit de l'intérieur par ceux des plus patriotiques
qui ont capturé ma mère avec l'arme dans la bouche
Leurs enfants décorent maintenant le Parlement.

Caché en dessous d'une table , je m'en rappelle comme si c'était hier,
avec une coupe remplie de raisins au dessus au moment d'un bombardement, j'ai vu des milliers de parachutes comme des tâches
Mon père me disait de ne pas avoir peur.

"Regarde comme c'est joli ce qui tombe, comme c'est joli ce qui tombe..."

J'ai vu des parents d'orphelins, l'un grand père de Smyrne,
réfugié à Drama, est allé trouver des balles en Bulgarie
et un autre de Chypre exilés au noir à Londres
coupés en 2 par les nazis à l'âge de 27 ans.

J'ai vu Nicosie coupée en deux, une Serbie cabossée,
à Belgrade une ombre dans un hôtel vide.
Des bombes américaines et moi qui dort
demain ils chanteront et feront la fête sur  les places.

J'ai vu des morceaux de viande dans les décombres d'une ville
j'ai vu des mains et des pieds tombés à terre
J'ai vu des gens courir dans la rue avec leurs enfants sur les épaules
et moi touriste avec vidéo et appareil photo.

Ici dans la ville sinistre où on est tenu par le besoin
un peuple brisé demande des médailles nationales
des Olympiades et le pays une entreprise des pompes funèbres
Je te demande pardon d'avoir grandi ici.

Je les ai vu rire les flics et depuis Omonia
jeter des bombes lacrymogènes aux pompiers.
Aux fenêtres, une icône, des hommes comme des cierges
et les chaines de TV d'ailleurs trainer l'objectif.

Et j'ai vu des déracinés passer la Ligne
pour une pauvre fille de joie ou pour le casino et des cigares.
De toute façon, ma foi perdue, la pauvre,
Solomos* avec Armani et le cœur ouvert.


Je ne veux pas moi-même être mon propre pays
Je sais que tous si ils me ressemblent, la terre n'aurait pas encore accouché
Il ne me fait pas peur le monstre et mon ange non plus
ni non plus la fin du monde. C'est toi qui me fait peur.

Tu me fais peur encore, partisan de l'équipe, chien du partie, camarade de section
interprète de Dieu, prêtre, gourou
evzone à peine formé, jeune scout perdu
tu pries et tu tues, tu balbuties des hymnes de colère
patrie, tu as peur, tu reviens chercher ta famille
Tu hais en ton for intérieur le vide, je ne te comprends pas
je ne sais pas où tu mets le pied et où tu vas.
 

* Solomos :  un poète grec de Zakynthos (8 avril 1798 - 9 février 1857). Il est particulièrement connu pour avoir écrit le poème Ýmnos is tin Eleftherían (l’hymne national grec) en 1823.

Contactez-moi

aideAide haut de page